Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πλευρά
1 item total
πλευρά η [plevrá] Ο24 : 1α. (για χώρο, αντικείμενο ή σώμα) η επιφάνεια που βρίσκεται στα δεξιά ή αριστερά, μπρος ή πίσω, πάνω ή κάτω: H είσοδος βρίσκεται στη δυτική ~ του κτιρίου. H μπροστινή ~ της πολυκατοικίας θέλει βάψιμο. H ανατολική / δυτική κτλ. ~ του βουνού / λόφου. Σε κάθε ~ του κουτιού υπάρχουν ζωγραφιές, σε καθεμιά από τις επίπεδες επιφάνειες που το ορίζουν. H δεξιά ~ του αυτοκινήτου καταστράφη κε από τη σύγκρουση. H δεξιά / αριστερή ~ ενός πλοίου / μιας βάρκας. ΦΡ η άλλη ~ του νομίσματος*. β. (γεωμ.) β1. καθεμιά από τις ευθείες που ορίζουν ένα σχήμα: ~ γωνίας / τριγώνου / τετραγώνου / πολυγώνου. Kάθε τραπέζιο έχει τέσσερις πλευρές. β2. επίπεδη επιφάνεια στερεού σώματος· (πρβ. έδρα). 2. το τμήμα ενός χώρου, μιας έκτασης, που βρίσκεται δεξιά ή αριστερά, από τη μια ή από την άλλη μεριά σε σχέση με ένα υπαρκτό ή νοητό κέντρο ή σταθερό σημείο: H αίθουσα είχε δύο πλευρές με καθίσματα κι ένα διάδρομο στη μέση. Πέρασε τη γέφυρα και βρέθηκε στην άλλη ~ του ποταμού. Kατοικεί στην ανατολική ~ της πόλης. 3. η μία από τις δύο επιφάνειες ενός επίπεδου αντικειμένου, σώματος· όψη: H πρώτη / δεύτερη ~ του δίσκου. Bάλε την κασέτα κι απ΄ την άλλη / την πίσω ~. H μπρος / πίσω ~ της κόλλας / της σελίδας. H σκοτεινή / αθέατη ~ της σελήνης, θεωρούμενης ως επίπεδης. 4. (ανατ.) καθένα από τα επιμήκη και πεπλατυσμένα οστά, που σχηματίζουν το πλάγιο τμήμα του θώρακα των ανθρώπων και των θηλαστικών· πλευρό, παΐδι: Οι πλευρές του ανθρώπινου σώματος είναι δώδεκα. 5. (μτφ.) α. καθεμιά από τις μορφές εμφάνισης, εκδήλωσης ενός φαινομένου ή γεγονότος· ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται κτ.· όψη, άποψη: H ανθρώπινη / κοινωνική / νομική ~ του ζητήματος. H κωμική / τραγική ~ της ιστορίας. Tα παίρνει / τα βλέπει όλα από την εύθυμη / την ευχάριστη / την άσχημη / τη δυσάρεστη ~. Ερευνώ / εξετάζω ένα θέμα από όλες τις πλευρές / από κάθε ~. || (λόγ.): Aπό πλευράς εξόδων το έργο είναι πολυδάπανο. β. καθένας από τους τρόπους συμπεριφοράς ή τα χαρακτηριστικά που μπορεί κάποιος να εκδηλώσει και από τα οποία χαρακτηρίζεται: Ο χαρακτήρας του έχει πολλές πλευρές. Aναδείχτηκαν καινούριες πλευρές της προσωπικότητάς της. Έδειξε την καλή / κακή ~ του. 6. (μτφ.) α. το ένα από τα δύο (ή περισσότερα) πρόσωπα, ομάδες, μέρη που αντιπροσωπεύουν μια διαφορετική (συχνά αντίθετη) θέση ή άποψη και που βρίσκονται σε μια αμοιβαία (συχνά αντίπαλη, εχθρική) σχέση: Kαι οι δύο πλευρές φάνηκαν ανυποχώρη τες / διαλλακτικές στις διαπραγματεύσεις. Aπό την ~ του κατηγορουμένου / του κατηγόρου διατυπώθηκαν ερωτήσεις. Aς ακουστεί και η άποψη της άλλης πλευράς. Bρίσκομαι από / με την ~ της προόδου / της συντήρη σης. β. πρόσωπο ή κοινωνική ομάδα που αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη άποψη ή που έχει μια ορισμένη λειτουργία: Εγώ, από την ~ μου, δεν έχω αντιρρήσεις. Aπό την ~ της Εκκλησίας η θεσμοθέτηση του πολιτικού γάμου αντιμετωπίστηκε επιφυλακτικά.

[λόγ.: 1-4: αρχ. πλευρά· 5, 6: σημδ. γαλλ. cἄté & αγγλ. side]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go