Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: περιποιούμαι
1 item total
περιποιούμαι [peripiúme] Ρ10.9β : 1α. προσφέρω σε κπ. (πρόθυμα και αυτοπροσώπως) υπηρεσία, εξυπηρέτηση, βοήθεια κτλ., τον φροντίζω κάνοντας ό,τι είναι γι΄ αυτόν καλό (χρήσιμο, αναγκαίο, ευχάριστο κτλ.): ~ ασθενή. ~ τραυματία· (πρβ. περιθάλπω). ~ τους πελάτες. ~ ένα φιλοξενούμενό μου. β. κάνω σε κτ. ό,τι απαιτείται για τη βελτίωση της κατάστασής του και κυρίως της εξωτερικής του εμφάνισης: ~ τον κήπο. ~ τα λουλούδια. ~ ένα χώρο, ευπρεπίζω, συγυρίζω κτλ. ~ την εμφάνισή μου / τα μαλλιά μου. || Περιποιημένη εμφάνιση. Περιποιημένα ρούχα. Περιποιημένα μαλλιά. Kυκλοφορεί πάντοτε περιποιημένη. ANT απεριποίητος. γ. περιποιούμαι τον εαυτό μου, φροντίζω, ευπρεπίζω την εμφάνισή μου: Περιποιήσου λίγο· μη βγαίνεις έτσι έξω. 2. δείχνω σε κπ. ότι είμαι πρόθυμος να του προσφέρω εξυπηρέτηση, φροντίδα· εξυπηρετώ, φροντί ζω κπ. με προθυμία και φιλόφρονη διάθεση, για να τον καλοπιάσω: Για να σε περιποιείται τόσο πολύ, κάποια χάρη θα θέλει να σου ζητήσει. 3. (προφ., ειρ.) τιμωρώ ή εκδικούμαι κπ. με τρόπο αυστηρό και σκληρό, π.χ. με ύβρεις, ξυλοδαρμό: Έννοια σου και για όσα σου έκανε θα σου τον περιποιηθώ καλά / ιδιαίτερα· (πρβ. συγυρίζω, κανονίζω, τακτοποιώ).

[λόγ. < αρχ. περιποιοῦμαι `διατηρώ για τον εαυτό μου, σώζω τη ζωή μου΄ (αρχ. περιποιῶ `αποκτώ, διατηρώ΄) σημδ. ιταλ. curare μέσω της σημ. του συν. θεραπεύω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go