Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: περιορίζω
1 item total
περιορίζω [periorízo] -ομαι Ρ2.1 : βάζω κτ. μέσα σε όρια, το περικλείνω σε όρια. 1. βάζω φραγμό σε κτ. και εμποδίζω την επέκτασή του, τη διάδο σή του, την ανάπτυξή του, την αύξησή του: Δυνάμεις της πυροσβεστικής αγωνίζονται να περιορίσουν την πυρκαγιά, να ελέγξουν. Ένας ψηλός τοίχος περιόριζε τη θέα, εμπόδιζε. Προσπάθησα να περιορίσω τα έξοδά μου, να εμποδίσω την αύξησή τους πέρα από ένα όριο ή να τα ελαττώσω. || Περιόρισε όσο μπορείς το κάπνισμα / το πολύ φαγητό, ελάττωσε. 2α. βάζω φραγμό στην ελευθερία δράσης· (πρβ. εμποδίζω): Tι σε περιορίζει να πεις την αλήθεια; Ο νόμος περιορίζει την αρμοδιότητά τους στη σύλληψη των υπόπτων. H ευθύνη μου περιορίζεται. β. υποχρεώνω, αναγκά ζω κπ. να παραμείνει σε κλειστό χώρο: Για να τον συνετίσει τον περιόρισε στο σπίτι, του απαγόρεψε να βγει έξω. γ. συγκρατώ κπ. που παρεκτρέπεται: Περιόρισέ τον, γιατί το έχει παρακάνει, περιμάζεψέ τον. || Περιόρισε τα λόγια σου / τις κουβέντες σου. 3. (παθ.) δεν κάνω κτ. περισσότερο από ό,τι με οποιονδήποτε τρόπο ορίζεται, επιτρέπεται ή επιβάλλεται· δεν υπερβαίνω: Παρακαλώ να περιοριστείτε στα καθήκοντά σας. Περιορίστηκε στη διαπίστωση του γεγονότος και απέφυγε οποιαδήποτε ερμηνεία ή αξιολόγηση. 4. (μππ.) που είναι κατώτερος ή λιγότερος από το κανονικό ή από το απαραίτητο: Περιορισμένα έσοδα. Περιορισμένοι οικονομικοί πόροι. Περιορισμένη ζωή, φτωχή και στερημένη. Περιορισμένη σκέψη / αντίληψη. Περιορισμένες ικανότητες. (οικον.) Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που αποτελεί την ενδιάμεση μορφή μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας και της προσωπικής.

[λόγ. < ελνστ. περιορίζω `θέτω όρια΄, σημδ.: 1-3: γαλλ. limiter· 4: γαλλ. borné]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go