Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: περίγραμμα
1 item total
περίγραμμα το [períγrama] Ο49 : 1. η εξωτερική γραμμή ενός σχήματος, αυτή που περιβάλλει και ορίζει ένα σχήμα ή το σχήμα ενός πράγματος: Kαθαρό / θολό / σαφές / ασαφές ~. 2. (μτφ.) γενική παρουσίαση, περιγραφή ιδέας, άποψης κτλ.· (πρβ. περίληψη, διάγραμμα): Mας δίνει ένα σύντομο αλλά σαφές ~ των απόψεών του, μας περιγράφει, μας παρουσιάζει σε γενικές γραμμές.

[λόγ. < ελνστ. περίγραμμα `κτ. γραμμένο γύρω΄ σημδ. γαλλ. contour]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go