Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: παράξενος
1 item total
παράξενος -η -ο [paráksenos] Ε5 : 1. που προκαλεί έκπληξη, απορία, σκέψεις, που είναι ή συμβαίνει κατά τρόπο ασυνήθιστο, παράδοξο, δυσερμήνευτο: Παράξενο καπέλο / ντύσιμο / όνειρο. Παράξενη συνήθεια / όψη / φωνή. Ένιωσα ένα παράξενο συναίσθημα. Συμβαίνει κάτι παράξε νο. Tι το παράξενο βλέπεις; Όλα τα παράξενα εδώ συμβαίνουν. Δε θα μου φαινόταν παράξενο αν μάθαινα ότι χώρισαν. (έκφρ.) του κόσμου τα παράξενα, ασυνήθιστα, παράδοξα, απροσδόκητα πράγματα. 2. (για πρόσ.) ιδιόρρυθμος, ιδιότροπος στο χαρακτήρα, στη συμπεριφο ρά: Είναι παράξενη γυναίκα. Mη γίνεσαι ~. παράξενα ΕΠIΡΡ.

[ελνστ. παράξενος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go