Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: παράγωγος
4 items total [1 - 4]
-παραγωγός -ός / -ή -ό [paraγoγós] : β' συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετα επίθετα· δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη παραγωγή αυτού που εκφράζει το α' συνθετικό: βαμβακο~, καπνο~, σιτο~. || ηλεκτρο~, θερμο~, πετρελαιο~.

[λόγ. < -παραγωγός (ουσ.) ως β' συνθ. μτφρδ.: πετρελαιο-παραγωγός < αγγλ. oil producing]

παράγωγος η [paráγoγos] Ο36 : (μαθημ.) ~ (συνάρτησης), το όριο προς το οποίο τείνει ο λόγος της μεταβολής της συνάρτησης προς τη μεταβολή μιας ανεξάρτητης μεταβλητής.

[λόγ. ουσιαστικοπ. θηλ. του επιθ. παράγωγος]

παραγωγός ο [paraγoγós] Ο17 θηλ. παραγωγός [paraγoγós] Ο34 : 1. αυτός που παράγει οικονομικά αγαθά ως εργαζόμενος ή ως επιχειρηματίας: Ενώσεις / συνεταιρισμοί παραγωγών. ~ καπνού, καπνοπαραγωγός. ~ σταφίδας, σταφιδοπαραγωγός. Aνάμεσα στον παραγωγό και στον καταναλωτή υπάρχουν οι διάφοροι μεσάζοντες. 2. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρηματοδοτεί ένα δαπανηρό έργο: ~ κινηματογράφου. ~ ραδιοφωνικών / τηλεοπτικών προγραμμάτων / εκπομπών. 3. αυτός που δημιουργεί ή που προκαλεί κτ.: H τριβή είναι ~ θερμότητας.

[λόγ. < ελνστ. παραγωγός `δημιουργικός΄, αρχ. σημ.: `παραπλανητικός΄ σημδ. γαλλ. producteur· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

παράγωγος -η -ο [paráγoγos] Ε5 : 1. που παράγεται, που προέρχεται, που προκύπτει από κπ. ή από κτ. άλλο: Παράγωγα προϊόντα / στοιχεία. Παράγωγες ουσίες. Παράγωγες λέξεις. Παράγωγα ρήματα / ουσιαστικά / επίθετα. ANT πρωτότυπος. 2. (ως ουσ.) το παράγωγο: α. αυτό που προέρχεται από κτ. άλλο: Tα αισθήματα είναι παράγωγα των αισθήσεων. Παράγωγα του αριθμού 2 είναι το 4, 6, 8, 10 κτλ. β. (γραμμ.) λέξη που σχηματίζεται από άλλη: Tα παράγωγα των ρημάτων / των ουσιαστικών. H λέξη “τρέξιμο” είναι παράγωγο του ρήματος “τρέχω”. γ. (χημ.) χημι κή ένωση που προέρχεται από άλλη με αντικατάσταση ορισμένων στοιχείων: H βενζίνη είναι παράγωγο του πετρελαίου.

[λόγ. < αρχ. παράγωγος `που μπορεί να μετακινηθεί΄ σημδ. γαλλ. produit (2α: ελνστ. σημ.· 2β: σημδ. αγγλ. derivative)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go