Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πίπιζα
1 item total
πίπιζα η [pípiza] Ο27 : ξύλινο πνευστό μουσικό όργανο, που μοιάζει με φλογέρα και που παράγει ισχυρό και διαπεραστικό ήχο.

[αλβ. pipëza]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go