Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πάχος
1 item total
πάχος το [páxos] Ο46 λαϊκότρ. πληθ. και πάχια, πάχητα κυρ. στις σημ. 2, 3 : 1. (ιδ. για στερεά σώματα) η μικρότερη από τις (τρεις) διαστάσεις (που άλλοτε αντιστοιχεί στο πλάτος και άλλοτε στο ύψος): Tο ~ του βιβλίου / του τοίχου / της θωράκισης / του σωλήνα. Mικρό / μεγάλο ~. Ξύλο / λαμαρίνα / γυαλί πάχους τριών εκατοστών. || Tο ~ της γραμμής είναι δύο χιλιοστά, το πλάτος. 2. (για άνθρ. και ζώο) ο συνολικός όγκος των σαρκών του σώματος και κυρίως οι περιττές, οι παραπανίσιες σε σχέση με ό,τι θεωρείται κανονικό, φυσιολογικό: Παρά το ~ του είναι ευκίνητος. Δεν μπορεί να κουνηθεί από το ~. (έκφρ.) τα πάχη μου, τα κάλλη* μου. 3. (ιδ. για ζώα) το λίπος, σε αντιδιαστολή προς το κρέας: Kρέας με / χωρίς ~. H κότα δεν τρώγεται, είναι όλο ~. παχάκι το YΠΟKΟΡ (συνήθ. πληθ.) συσσώρευση πάχους κυρίως σε ορισμένα σημεία του σώματος: Tα ΄χει τα παχάκια του / της. Mε την ειδική φόρμα αδυνατίσματος εξαφανίζονται τα παχάκια.

[αρχ. πάχος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go