Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: πάχνη
1 item total
πάχνη η [páxni] Ο30 : η πρωινή παγωμένη δροσιά: Έπεσε ~ πάνω στα φύλλα και στα χόρτα.

[αρχ. πάχνη]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go