Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ονοματοποιία
1 item total
ονοματοποιία η [onomatopiía] Ο25 : (γλωσσ.) ο σχηματισμός μιας λέξης με μίμηση ενός φυσικού ήχου καθώς και η ονοματοποιημένη λέξη: H λέξη “γαβγίζω” γίνεται με / είναι ~. Επιφώνημα από ~, που δηλώνει ορισμένο ήχο (κραυγή, βρυχηθμό, κρότο κτλ.): Tο “γαβ” είναι επιφώνημα από ~.

[λόγ. < ελνστ. ὀνοματοποιία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go