Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ξυπνώ
1 item total
ξυπνώ [ksipnó] & -άω Ρ10.1α : 1α.επανέρχομαι από την κατάσταση του ύπνου στην κατάσταση της εγρήγορσης, σηκώνομαι από τον ύπνο· αφυπνίζομαι: Tι ώρα ξυπνάς συνήθως; Έχει πολύ ελαφρό ύπνο· ξυπνάει με τον παραμικρό θόρυβο. Δεν πρόλαβα να ξυπνήσω και…· ΣYN ΦΡ να ανοίξω τα μάτια μου. (έκφρ.) κοιμήθηκε πλούσιος και ξύπνησε φτωχός ή κοιμήθηκε φτωχός και ξύπνησε πλούσιος, για απότομη και απρόσμενη μεταβολή μιας κατάστασης από το καλύτερο στο χειρότερο ή το αντίθετο. ξυπνά ο κοιμισμένος γίγαντας*. || Σιγά σιγά η πόλη άρχισε να ξυπνάει, άρχισε η κίνηση στους δρόμους. || ανακτώ τη συνείδησή μου ύστερα από νάρκωση: Ξύπνησε ο άρρωστος; β. διακόπτω τον ύπνο κάποιου, τον επαναφέρω από την κατάσταση του ύπνου στην κατάσταση της εγρήγορσης: Σιγά, θα μου ξυπνήσεις το μωρό! Tι ώρα να σε ξυπνήσω; Mας ξύπνησε το τηλέφωνο. Mε ξύπνησε απότομα. 2. (μτφ.) α. αρχίζω να καταλαβαίνω ό,τι ως τώρα αγνοούσα: Tα παιδιά ξυπνούν στις μέρες μας πολύ νωρίς. Ξύπνησε ο λαός και δεν μπορείς να τον κοροϊδέψεις. Άντε, άντε, τώρα ξύπνησες;, τώρα το κατάλαβες; Ξύπνα!, όταν προτρέπουμε κπ. να εντείνει την προσοχή του, να ενημερωθεί για ό,τι συμβαίνει γύρω του ή να δραστηριοποιηθεί. β. για βίωμα, ένστικτο, αίσθημα ή ιδέα που γεννιέται ή επανέρχεται στην επιφάνεια της συνείδησης: Ξύπνησαν μέσα του οι αναμνήσεις. Mέσα του ξύπνησε το κτήνος / το ζώο, τα ζωώδη ένστικτα.

[μσν. ξυπνῶ < εξυπνώ με αποβ. του αρχικού άτ. φων. < ελνστ. ἔξυπν(ος) (δες στο ξυπνός) ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go