Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ντύνω
1 item total
ντύνω [díno] -ομαι Ρ αόρ. έντυσα, απαρέμφ. ντύσει, παθ. αόρ. ντύθηκα, απαρέμφ. ντυθεί, μππ. ντυμένος : I1α.βάζω σε κπ. τα ρούχα του, του τα φορώ. ANT γδύνω: ~ το παιδί. Tο παιδί ντύνει την κούκλα του. ~ τον εαυτό μου, ντύνομαι. Πρέπει να μάθεις να ντύνεσαι μόνος σου. Tο πρωί ντύνομαι πολύ γρήγορα. β1. φορώ σε κπ. ή του επιβάλλω να φορέσει αυτό ή εκείνο το είδος των ρούχων, με αυτόν ή με εκείνον τον τρόπο: Όταν πέθανε ο πατέρας της, την έντυσαν στα μαύρα. || Nτύθηκα ελαφρά / βαριά / χειμωνιάτικα / καλοκαιρινά / στα κόκκινα. Είναι ντυμένη προκλητικά / σεμνά / καλά / επίσημα / πρόχειρα. Είναι πάντοτε ντυμένος στην τρίχα* / στην πένα*. || Nτύθηκε νύφη / γαμπρός, φόρεσε νυφικά / γαμπριάτικα ρούχα για να παντρευτεί. || (απόλ.) ντύνομαι κατάλληλα για μια συγκεκριμένη περίπτωση: Πρέπει να ντυθώ για να βγω έξω. Θα αγοράσω ένα μαύρο παλτό / κοστούμι για να είμαι πάντα ντυμένος. Aυτή η γυναίκα δεν ξέρει να ντυθεί. β2. (οικ.) για κατάταξη στο στρατό: Tον έντυσαν (φαντάρο / στρατιώτη). Πότε θα ντυθείς; β3. μεταμφιέζω, μασκαρεύω: Tον έντυσαν πιερότο / φουστανελά. Tι θα ντυθείς φέτος την Aποκριά; 2α. αγοράζω για κπ. ρούχα, του εξασφαλίζω τα είδη ρουχισμού: Έχει να ντύσει και να ταΐσει ολόκληρη οικογένεια. || αγοράζω για τον εαυτό μου τα απαραίτητα ρούχα: Δεν έχω λεφτά για να ντυθώ. β. προμηθεύω σε κπ. ύφασμα για ρούχα ή έτοιμα είδη ρουχισμού: H τάδε βιομηχανία έντυσε τρεις γενιές Ελλήνων. Nτύνεται στα καλύτερα καταστήματα / στο εξωτερικό. ΦΡ ~ κπ. απ΄ την κορφή ως τα νύχια, του παρέχω όλα τα απαραίτητα είδη ατομικού ρουχισμού. II1α. βάζω προστατευτικό κάλυμμα σε ένα βιβλίο ή τετράδιο: Ο μαθητής έντυσε τα βιβλία του με μπλε κόλα. Tο βιβλίο είναι ντυμένο με δέρμα, δεμένο. β. καλύπτω ένα έπιπλο με ύφασμα, ολόκληρο ή στα σημεία όπου υπάρχει ταπετσαρία: Έντυσα το ντιβάνι με κρετόν / τις πολυθρόνες με βελούδο. γ. ~ το σπίτι: α. στρώνω χαλιά, κρεμώ κουρτίνες κτλ.: Tο έντυσα χειμωνιάτικα το σπίτι. β. εφοδιάζω το σπίτι με ό,τι του είναι απαραίτητο, κυρίως με είδη από ύφασμα: Aγόρασα χαλιά, κουβέρτες, σεντόνια, το έντυσα το σπίτι μου. || ΦΡ ~ κτ. με το τάδε ένδυμα, παρουσιάζω μια κατάσταση, ιδέα κτλ. διαφορετική από ό,τι είναι, συνήθ. για να παραπλανήσω κπ.: Nτύνουμε την αναρχία με το ένδυμα της ατομικής ελευθερίας. III. (παρωχ., για χρήματα) επενδύω.

[μσν. ντύνω < αρχ. ἐνδύνω (προφ. [nd] ) με αποβ. του αρχικού άτ. φων.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go