Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: νοικοκυριό
1 item total
νοικοκυριό το [nikokirjó] Ο38 : 1.οι δουλειές του σπιτιού, δηλαδή η καθαριότητα, το συγύρισμα, το μαγείρεμα κτλ., καθώς και γενικά η φροντίδα και η επίβλεψη του σπιτιού: Tης αρέσει να ασχολείται με το ~. Δεν έχει ιδέα από ~. 2. ό,τι είναι απαραίτητο για ένα σπίτι, δηλαδή τα έπιπλα, ο ρουχισμός, οι διάφορες οικιακές συσκευές κτλ.: Για να στηθεί ένα καινούριο ~ χρειάζονται πολλά λεφτά. 3. κάθε οικογένεια (ή και άτομο) που ζει στο ίδιο σπίτι, που έχει οικονομική αυτοτέλεια και που αποτελεί την πιο μικρή οικονομική μονάδα του πληθυσμού: Tο χωριό μου έχει εξήντα νοικοκυριά. Στην έρευνα της στατιστικής υπηρεσίας πήραν μέρος χίλια νοικοκυριά.

[μσν. νοικοκυριό < νοικοκυρ(εύω) -ιό]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go