Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: νεύρωση
1 item total
νεύρωση η [névrosi] Ο33 : I.(ιατρ.) παθολογική κατάσταση των νεύρων που εκδηλώνεται: 1. με σωματικά συμπτώματα: ~ του στομάχου. 2. με διαταραχές στη συμπεριφορά και στην ψυχική διάθεση, παρά τις οποίες όμως ο ασθενής διατηρεί τον έλεγχο του εαυτού του και την επαφή με το περιβάλλον του· (πρβ. ψύχωση). II1. (βοτ., ζωολ.) δέσμη ινών στα φύλλα των φυτών ή στα πτερύγια των εντόμων. || η διάταξη των νευρικών ινών στο φύλλο. 2. (τεχν.) κάθε διάταξη στοιχείων που μοιάζει με εκείνη των νεύρων.

[λόγ.: I: γαλλ. névrose < αρχ. νεῦρ(ον) + -ose = -ωσις > -ωση· II: νεύρ(ον) + -ωσις > -ωση απόδ. γαλλ. nervure]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go