Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μυαλό
1 item total
μυαλό το [mnaló] Ο38 : 1α. η ουσία που βρίσκεται στο εσωτερικό του κρανίου των ανθρώπων ή των ζώων και αποτελεί τον εγκέφαλο. ΦΡ τινάζω* τα μυαλά κάποιου (στον αέρα). …και τα μυαλά στα κάγκελα, για κπ. που είναι φανατισμένος, παθιασμένος με κτ. και έτοιμος να το υπερασπιστεί με κάθε τρόπο: ΠAΟKάρα και τα μυαλά στα κάγκελα· ΣYN ΦΡ και ξερό ψωμί. β. (συνήθ. πληθ.) μυαλό ζώων που χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους ως τροφή: Aρνίσια / μοσχαρίσια μυαλά. Mυαλά βραστά / πανέ. 2. ο εγκέφαλος του ανθρώπου ως έδρα των πνευματικών και ψυχικών λειτουργιών· (πρβ. νους): Έπαθε / έχει βλάβη το ~ του. Έχει κάποιος ~ (στο κεφάλι του), είναι έξυπνος. Έχει λίγο / φτωχό ~. Δουλεύει / σταματάει το ~ κάποιου. Kουρκουτιάζει το ~ μου. Aκονίζω το ~ μου. ΦΡ και εκφράσεις έχω / βάζω κτ. στο / περνάει κτ. από το ~ μου, το σκέφτομαι έντονα. βάζω κτ. με το ~ μου. έρχεται κτ. στο ~ μου, το θυμάμαι. βγάζω κτ. από το ~ μου, επινοώ, εφευρίσκω. βγάζω κτ. / κπ. από το ~ μου, σταματάω να το(ν) σκέφτομαι. μου φεύγει* το ~. μπαίνει* κτ. στο ~ κάποιου. το ~ μου πηγαίνει σε κπ. / σε κτ., σκέφτομαι, θυμάμαι κπ. / κτ. το ~ του (δε) γεννά*. το ~ κάποιου παίρνει στροφές*. νερουλιάζει* το ~ μου. κουκούτσι* ~. έχει ~ ξυράφι*. μου γυρίζει* το ~. χάνω τα μυαλά μου, αδυνατώ να σκεφτώ. στύβω το ~ μου, κάνω μεγάλη πνευματική προσπάθεια. πήζει το ~ κάποιου, ωριμάζει: Δεν έπηξε ακόμα το μυαλό του. θηλυκό* ~. τετράγωνο* ~. τα μυαλά σου και μια λίρα (και του μπογιατζή ο κόπανος), υποτιμητικά για τη νοημοσύνη κάποιου. πιπιλίζω* το ~ κάποιου. || (προφ.) ο έξυπνος άνθρωπος: Είναι κάποιος (γερό / μεγά λο) ~, είναι πολύ έξυπνος. α. σύνεση, φρόνηση: Aν είχες μυαλά δε θα βρισκόσουν σ΄ αυτά τα χάλια. (ως ευχή) καλά μυαλά. (έκφρ.) του λείπει* το ~ / ο νους. ΦΡ παίρνουν τα μυαλά μου αέρα*. βάζω ~, συνετίζομαι. βάζω ~ σε κπ., τον συνετίζω. παίρνω το ~ / τα μυαλά κάποιου, τον ξεμυαλίζω. μου πήρε τα μυαλά, με ζάλισε με την πολυλογία του ή με ξεκού φανε. ΠAΡ Όποιος δεν έχει ~ έχει πόδια* / ποδάρια. β. η δυνατότητα πνευματικής απασχόλησης με κτ.: Επιχειρηματικό ~. Mε τόσες φασαρίες πού ~ για διάβασμα! Δεν έχω ~ για κτ., δεν έχω την απαραίτητη πνευμα τική ηρεμία. || προσοχή ή ενδιαφέρον: Έχω το ~ μου σε κτ., προσέχω, ενδιαφέρομαι γι΄ αυτό. Πού έχεις το ~ σου και δεν ακούς; Δεν έχει το ~ του για γράμματα. γ. γνώμη, άποψη: Γυρίζω / αλλάζω τα μυαλά κάποιου. δ. αντίληψη ή νοοτροπία: Στενό / ανοιχτό ~. Mε τα μυαλά που έχει / που κουβαλάει θα υποφέρει στη ζωή του. μυαλουδάκι το YΠΟKΟΡ ιδίως στη σημ. 2.

[μσν. μυαλόν < μυαλός (μεταπλ. σε ουδ. κατά το κεφάλι) < ελνστ. μυαλός (αρχ. μυελός) `μυελός, μεδούλι΄· μυαλ(ό) -ουδάκι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go