Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μηχανικός
2 items total [1 - 2]
μηχανικός ο [mixanikós] Ο17 θηλ. μηχανικός [mixanikós] Ο34 : 1. αυτός που διαθέτει τις σχετικές γνώσεις, ώστε να μπορεί να κάνει τη μελέτη, τη σχεδίαση και την επίβλεψη εργασιών που αφορούν μηχανήματα, δομικά έργα κτλ.: Διπλωματούχος ~. ANT πρακτικός ~. Σπουδάζει ~. Ένας ~ με δίπλωμα ανώτατης / ανώτερης / μέσης σχολής. Πολιτικός ~, που ασχολείται με τη μελέτη και την επίβλεψη της κατασκευής κτιρίων, γεφυρών, δρόμων κτλ. Xημικός ~, που ασχολείται με τις βιομηχανικές εφαρμογές της χημείας. Aρχιτέκτονας / μηχανολόγος / ηλεκτρολόγος / τοπογράφος ~. Πρώτος / δεύτερος / τρίτος ~ πλοίου. ~ αυτοκινήτων / αεροπλάνων. 2. (σπάν.) χειριστής μηχανήματος· (πρβ. μηχανικού).

[λόγ. < αρχ. μηχανικός σημδ. γαλλ. machiniste < machine < λατ. machina < αρχ. (δωρ. διάλ.) μαχανά (αττ., ιων. μηχανή) & σημδ. γαλλ. mécanicien < mécanique < λατ. mecanica < αρχ. μηχανική (πολιτικός μηχανικός: μτφρδ. γαλλ. ingénieur civil)· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

μηχανικός -ή -ό [mixanikós] Ε1 : I1. που έχει σχέση με τη μηχανή. α. που γίνεται με μηχανή: Mηχανική καλλιέργεια. β. που αφορά ορισμένη μηχα νή: Tο τρένο σταμάτησε από μηχανική βλάβη. γ. που αποτελείται από μηχανές: Mηχανικά μέσα. Ο ~ εξοπλισμός ενός εργοστασίου. δ. που λειτουργεί με μηχανή. 2. (ως ουσ.) το μηχανικό, το όπλο του στρατού που ασχολείται με την κατασκευή και τη συντήρηση τεχνικών έργων: Στρατιώτης που υπηρετεί στο μηχανικό. 3. (μτφ.) που γίνεται από τον άνθρωπο χωρίς την παρέμβαση της σκέψης ή της θέλησής του: Mηχανική δουλειά. Mηχανικές κινήσεις. Mηχανική απομνημόνευση / μνήμη, που στηρίζεται στην τυπική, στην εξωτερική συσχέτιση των πραγμάτων. II. που έχει σχέση με τη μηχανική, με την κίνηση των σωμάτων: Mηχανική ερμηνεία του σύμπαντος. Mηχανική ενέργεια. Mηχανικό έργο / ισοδύναμο. Οι ερεθισμοί που διεγείρουν το αισθητήριο της ακοής είναι αποκλειστικά μηχανικοί. μηχανικά ΕΠIΡΡ ιδίως στη σημ. I3: Δουλειά που επαναλαμβάνεται ~.

[λόγ.: I1: αρχ. μηχανικός· Ι3, ΙΙ: σημδ. γαλλ. machi nal & αγγλ. mechanical· I2: σημδ. αγγλ. (corps of) engineers]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go