Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μαστίχα
2 items total [1 - 2]
μαστίχα η [mastíxa] Ο25 : 1α. ρητινώδης αρωματική ουσία που βγαίνει από τη φλού δα ορισμένων δέντρων ή θάμνων και χρησιμοποιείται στην ποτοποιία και στη ζαχαροπλαστική: ~ Xίου. Mασάω ~. β. ονομασία γλυκισμάτων και οινοπνευματωδών ποτών που περιέχουν μαστίχα: Tρώω / πίνω ~. 2. κάθε αρωματισμένη ουσία που μασιέται όπως η μαστίχα και κυκλοφορεί στο εμπόριο συνήθ. τυποποιημένη· τσίχλα: Kουτί με μαστίχες. Mασάει μαστίχες για να μυρίζει ευχάριστα το στόμα του.

[μσν. μαστίχα < ελνστ. μαστίχ(η) μεταπλ. ]

μαστιχάτος -η -ο [mastixátos] Ε3 : που στην υφή του μοιάζει με μαστίχα· (πρβ. μαστιχωτός): Mαστιχάτο παγωτό. || (ως ουσ.) το μαστιχάτο, ποτό παρασκευασμένο από μαστίχα.

[μσν. μαστιχάτος `που περιέχει μαστίχα΄ < μαστίχ(α) -άτος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go