Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μακιγιάζ
1 item total
μακιγιάζ το [makijáz] Ο (άκλ.) : α. τεχνική καλλωπισμού του προσώπου με τη βοήθεια καλλυντικών· μακιγιάρισμα: Ρουζ, κραγιόν, πούδρα και άλλα καλλυντικά που είναι απαραίτητα στο ~. Xάλασε / έφυγε το ~. ~ προσώπου. Επαγγελματικό ~. β. μακιγιάρισμα που προσδίδει σε έναν ηθοποιό τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ρόλου που υποδύεται.

[λόγ. < γαλλ. maquillage]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go