Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: μήτρα
1 item total
μήτρα η [mítra] Ο25 : 1. όργανο της γυναίκας και των θηλυκών θηλαστικών, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται το έμβρυο: Σώμα / τράχηλος / τοιχώματα / διαστολή της μήτρας. Kαρκίνος / πτώση της μήτρας. ΦΡ πέφτει η ~ κάποιου, ειρωνικά, παθαίνει κτ. σοβαρό, ανεπιθύμητο: Tι θα πάθεις δηλαδή αν κάνεις εσύ την αρχή; θα σου πέσει η ~; 2α. κάθε στερεό σώμα με κοιλότητα ορισμένου σχήματος, μέσα στην οποία χύνουν ρευστοποιημένο υλικό, το οποίο, όταν στερεοποιηθεί, παίρνει αυτό το σχήμα· καλούπι: H ~ ενός χάλκινου αγάλματος. β. (μτφ.) το πρότυπο.

[1: αρχ. μήτρα· 2: λόγ. σημδ. γαλλ. matrice]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go