Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κύρης
1 item total
κύρης ο [kíris] Ο11 : (λαϊκότρ.) ο πατέρας, ο σύζυγος ή γενικά ο αρχηγός της οικογένειας, ο αφέντης. ΠAΡ ΦΡ κατά μάνα* κατά κύρη (κατά γιο και θυγατέρα).

[μσν. κύρης < αρχ. κύριος `που έχει εξουσία, αφέντης΄ με αποφυγή της χασμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go