Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κρίσιμος
1 item total
κρίσιμος -η -ο [krísimos] Ε5 : 1. για κτ. του οποίου η συμβολή είναι αποφασιστική στην παραπέρα έκβαση ενός γεγονότος, το οποίο έχει καθοριστική σημασία για την τύχη, την πορεία, την εξέλιξη μιας υπόθεσης, και το οποίο θα δώσει οριστική τροπή σε κτ.· καθοριστικός: Bρίσκομαι σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής μου. Kρίσιμη απόφαση / κατάσταση. Tο κρίσιμο ερώτημα είναι.… Kρίσιμη ηλικία, κατά την οποία συντελούνται ή μπορεί να συντελεστούν μεγάλες σωματικές ή ψυχικές αλλαγές. Ο πόλεμος έφτα σε σε κρίσιμο σημείο. || H πολιτική κατάσταση είναι κρίσιμη. H κατάστα ση του τραυματία παραμένει κρίσιμη, δημιουργεί ανησυχία, γιατί θεωρούμε ότι εγκυμονεί κινδύνους για την παραπέρα εξέλιξη και πορεία. 2. (επιστ.) α. στη ραδιοηλεκτρολογία δηλώνει οριακές καταστάσεις: Kρίσι μη συχνότητα / σύζευξη / γωνία διάδοσης. β. στη φυσική, χαρακτηρίζει τις τιμές ορισμένων φυσικών μεγεθών, στις οποίες πραγματοποιείται μια συγκεκριμένη μεταβολή στις ιδιότητες ενός σώματος ή στα γενικά χαρακτηριστικά ενός φαινομένου: Kρίσιμη θερμοκρασία, πάνω από την οποία ένα αέριο δεν μπορεί να υγροποιηθεί.

[λόγ. < αρχ. κρίσιμος `κρίσιμη μέρα μιας αρρώστιας΄ (δες κρίση 2) σημδ. γαλλ. critique (< αρχ. κρίσις)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go