Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κολοκύθα
2 items total [1 - 2]
κολοκύθα η [kolokíθa] Ο25α : 1. μεγάλο κολοκύθι. 2. νεροκολοκύθα.

[μσν. κολοκύθα < κολοκύθ(ι) μεγεθ. ]

κολοκύθας ο [kolokíθas] Ο3 : (προφ.) άνθρωπος ανόητος και ελαφρόμυαλος.

[κολοκύθ(α) -ας]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go