Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κοινωνιογλωσσολογία
1 item total
κοινωνιογλωσσολογία η [kinonioγlosolojía] Ο25 : (γλωσσ.) κλάδος της γλωσσολογίας που μελετά την επίδραση της κοινωνικής δομής στη γλώσσα, τους τρόπους δηλαδή με τους οποίους η γλώσσα επηρεάζεται από, και κατά συνέπεια αντανακλά, κοινωνικές διαφορές ανάμεσα στα μέλη μιας γλωσσικής κοινότητας.

[λόγ. κοινωνιο- + γλωσσολογία μτφρδ. αγγλ. sociolinguistics]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go