Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κεφαλαίος
1 item total
κεφαλαίος -α -ο [kefaléos] Ε4 : Kεφαλαίο γράμμα, μεγάλο γράμμα του αλφαβήτου με γωνιώδη συνήθ. μορφή, με το οποίο αρχίζουν οι λέξεις στην αρχή περιόδων ή τα κύρια ονόματα: Tο κεφαλαίο A. Πώς γράφεται η λέξη, με κεφαλαίο Γ ή με μικρό γ; || Είναι άνθρωπος με το άλφα κεφαλαίο, για να τονίσουμε την αξία που έχει ως άνθρωπος. || (ως ουσ.) το κεφαλαίο: Tα κεφαλαία του κειμένου είναι από διαφορετική γραμματοσειρά.

[λόγ. κεφαλ(ή) -αίος απόδ. γαλλ. capitale]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go