Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κατανομή
1 item total
κατανομή η [katanomí] Ο29 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του κατανέμω. 1. μοίρασμα με ακρίβεια και με μεθοδικότητα: ~ των κερδών στους μετόχους. Έγινε ~ αρμοδιοτήτων στα στελέχη της εταιρείας. H ~ του παγκόσμιου πλούτου είναι άνιση. || ~ (βουλευτικών) εδρών, σε κάθε κόμμα ανάλογα με τον αριθμό των ψήφων τους: Tο πρώτο κόμμα πήρε εκατόν είκοσι έδρες από την πρώτη και τριάντα πέντε από τη δεύτερη ~. 2. διαχωρισμός ενός συνόλου ανθρώπων, ζώων ή πραγμάτων και η εγκατάσταση ή η τοποθέτησή τους σε καθορισμένο χώρο: Θα γίνει χωροταξική ~ των νοσοκομείων της πρωτεύουσας. Πρέπει να γίνεται ομοιόμορφη ~ του βάρους μέσα στο όχημα. || ο τρόπος με τον οποίο έχει κατανεμηθεί κτ.: Θα μελετηθεί η ~ του πληθυσμού στις πόλεις και στα χωριά.

[λόγ. θ. κατανομ- (συγγ. του ρ. κατανέμω) απόδ. γαλλ. répartition, distribution (διαφ. το ελνστ. κατανομή `βόσκηση΄)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go