Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κατάταξη
1 item total
κατάταξη η [katátaksi] Ο33 : η ενέργεια του κατατάσσω. 1α. τοποθέτηση σε ορισμένη, κατάλληλη θέση ή καθορισμός της σειράς ενός πράγματος που αποτελεί μονάδα ή μέρος ενός ευρύτερου και πολύμορφου συνόλου· ταξινόμηση: Aλφαβητική / θεματική ~ των βιβλίων. Xρονολογική ~ εγγράφων. Εννοιολογική ~ των λέξεων. ~ των ζώων και των φυτών με βάση τα κύρια χαρακτηριστικά τους. β. καθορισμός της κατηγορίας στην οποία ανήκει κάποιος ή κτ.: H ~ ενός φορολογούμενου / ενός προϊόντος στην ανώτερη φορολογική κλίμακα / κλάση. H ~ μιας ποδοσφαιρικής ομάδας στην πρώτη κατηγορία. H ~ του τάδε εστιατορίου στα κέντρα πολυτελείας. || (εκκλ.) ~ μεταξύ των αγίων, ανακήρυξη αγίου. || καθορισμός της εκπαιδευτικής βαθμίδας στην οποία μπορεί να εγγραφεί κάποιος: Εξετάσεις για την ~ φοιτητών που προέρχονται από πανεπιστήμια του εξωτερικού. 2. (στρατ.) εγγραφή στρατεύσιμου σε στρατιωτική μονάδα ή σε στρατιωτικά οργανωμένη υπηρεσία, καθώς και η ανάληψη υπηρεσίας: Mε ανακοίνωση του υπουργείου καλούνται για ~ στο στρατό ξηράς οι εξής… Διαγωνισμός για την ~ στην αστυνομία.

[λόγ.: 1: ελνστ. κατάταξις `τακτοποίηση΄ (-σις > -ση) & σημδ. γαλλ. classification· 2: κατά τη σημ. της λ. κατατάσσω2]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go