Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κατάλογος
1 item total
κατάλογος ο [katáloγos] Ο19 : εγγραφή ονομάτων, αριθμών ή πραγμάτων που ανήκουν σε μια ομάδα, σύμφωνα με ορισμένη σειρά, καθώς και το βιβλίο ή το φύλλο όπου καταγράφονται αυτά τα στοιχεία: Ονομαστικός ~, κατάλογος ονομάτων. Aλφαβητικός ~, με αλφαβητική σειρά. Xρονολογικός ~, με χρονολογική σειρά. Tηλεφωνικός ~, με τα ονόματα και τους αριθμούς τηλεφώνου των συνδρομητών. Εκλογικός ~, πίνακας με τα ονόματα εκλογέων μιας ορισμένης εκλογικής περιφέρειας. Ο καθηγητής φώναξε τα ονόματα των μαθητών από τον κατάλογο. Kαταρτίστηκε ο ~ των τιμών των φρούτων και λαχανικών. ~ εστιατορίου / ταβέρνας / ζαχαροπλαστείου, με τα φαγητά ή τα γλυκά. ~ βιβλιοθήκης / βιβλιοπωλείου. Φωνάζω (τον) κατάλογο, εκφωνώ τα ονόματα του καταλόγου. || Mακρύς είναι ο ~ των ευεργεσιών / των αδικημάτων κτλ., για να δηλώσουμε τη μεγάλη συχνότητά τους.

[λόγ. < αρχ. κατάλογος `εγγραφή΄ & σημδ. γαλλ. liste]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go