Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καπηλεία
1 item total
καπηλεία η [kapilía] Ο25 : η ενέργεια του καπηλεύομαι, η χρησιμοποίηση ιδεολογιών, ιδανικών ή προσώπων ως συνθημάτων για την επίτευξη ιδιοτελών σκοπών: H ~ της θρησκείας / της πατρίδας / των εθνικών αγωνιστών.

[λόγ. < αρχ. καπηλεία `μικρεμπόριο, λειτουργία ταβέρνας΄ κατά τη σημ. του καπηλεύομαι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go