Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καλότροπος
1 item total
καλότροπος -η -ο [kalótropos] Ε5 : που συμπεριφέρεται με καλό, ευγενικό τρόπο. ANT κακότροπος. καλότροπα ΕΠIΡΡ.

[ελνστ. ή μσν. καλότροπος < καλο- + τρόπ(ος) -ος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go