Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καλο-
1 item total
καλο- [kalo] & καλό- [kaló], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό & καλ- [kal], σε μερικές περιπτώσεις όταν το β' συνθετικό αρχίζει από [a] : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις· συνήθ.: 1. (σε σύνθετα επίθετα και τα παράγωγά τους) χαρακτηρίζει το προσδιοριζόμενο από τα στοιχεία του καλού, βολικού, ευχάριστου τα οποία προσδίδει σ΄ αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό. ANT κακο-: ~διάθετος, ~ήθης, καλόκαρδος, καλότροπος, καλότυχος· ~ήθεια· ~καρδίζω, ~τυχίζω· ~τάξιδος, σε ευχή, να έχεις καλό ταξίδι. 2α. (κυρ. σε σύνθετες μππ.) δηλώνει ότι έχει γίνει καλά, προσεχτικά, επιμελημένα, όχι πρόχειρα αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό. ANT κακο-: ~αναθρεμμένος, ~μαγειρεμένος, ~βαμμένος, ~γραμμένος, ~δουλεμένος, ~ντυμένος, ~ραμμένος, ~χτενισμένος. || ~βρασμένος, ~ψημένος, για φαγητό που έχει ψηθεί καλά, για πολλή ώρα. β. (σε σύνθετα ρήματα) δηλώνει ότι γίνεται όπως πρέπει αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό. ANT κακο-: ~κοιμάμαι, ~παντρεύομαι, ~περνώ, ~τρώω. || με καλή διάθεση: ~δέχομαι. || (σε αρνητική πρόταση) δεν ~ακούω / ~βλέπω, δεν ακούω, δε βλέπω καλά· ακούω, βλέπω λίγο. γ. (σε αρνητική πρόταση στο γ' πρόσ. ιστορικού χρόνου) δηλώνει ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η υπό εξέλιξη διαδικασία που εκφράζει το β' συνθετικό: δεν είχε ~βραδιάσει / ~νυχτώσει / ~ξημερώσει, δεν είχε βραδιάσει, νυχτώσει, ξημερώσει καλά καλά. δ. (σε σύνθετα επίθ.) δηλώνει ότι γίνεται καλά, εύκολα αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό· ευκολο-. ANT δυσκολο-: ~χώνευτος. || καλόπιοτος, γλυκόπιοτος. 3. επιτείνει τη θετική ιδιότητα του β' συνθετικού: καλαρέσω. 4. σε σημασιολογική αλληλοκάλυψη με το κακο- (κατ΄ ευφημισμόν): ~μαθημένος, ~συνηθισμένος.

[αρχ. καλ(ο)- θ. του επιθ. καλό(ς) ως α' συνθ.: αρχ. καλο-κἀγαθία, ελνστ. καλο-κἄγαθος, μσν. καλο-λογώ, καλο-καίρι & του μσν. επιρρ. καλ(ά) -ο-: μσν. καλο-χαιρετώ & του λόγ. επιρρ. καλ(ώς) -ο-: καλο-αναθρεμμένος (δες λ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go