Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καλλιέργεια
1 item total
καλλιέργεια η [kaliérjia] Ο27 : I1α. το σύνολο των γεωργικών εργασιών που εκτελούνται στην επιφάνεια του εδάφους, με σκοπό την παραγωγή φυτικών προϊόντων: H ~ του αγρού / του κήπου. Ποτιστική / ξερική ~. Mεγάλη / μέση / μικρή ~, ανάλογα με την καλλιεργούμενη έκταση. Mηχανική ~, που γίνεται με γεωργικές μηχανές, μηχανοκαλλιέργεια. Εντατική ~, η όσο γίνεται μεγαλύτερη εκμετάλλευση, με τα κατάλληλα μέσα, μικρής συνήθ. έκτασης γης. Εκτατική* ~. || η εκτέλεση των παραπάνω εργασιών για την παραγωγή ορισμένου φυτού ή είδους φυτών: H ~ του βαμβακιού / των σιτηρών / των λουλουδιών / της ελιάς. ~ μανιταριών, σε ειδικούς χώρους και με κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας. β. (πληθ.) καλλιεργημένες εκτάσεις και τα φυτά που καλλιεργούνται σε αυτές: Οι πλημμύρες κατέστρεψαν τις καλλιέργειες. 2α. (βιολ.) ανάπτυξη και πολλαπλασιασμός μικροοργανισμών με τεχνητά μέσα για επιστημονικούς σκοπούς: ~ μικροβίων σε δοκιμαστικό σωλήνα / μυκήτων / ιστών. || ~ ούρων / αίματος κτλ., για διαγνωστικούς σκοπούς. β. ~ μαργαριταριών, ανάπτυξη τεχνητών μαργαριταριών. γ. συστηματική ενασχόληση με την εκτροφή διάφορων θαλάσσιων ειδών: ~ μυδιών / πέστροφας. II. (μτφ.) 1α. ενασχόληση με κτ., αφιέρωση του χρόνου και του ενδιαφέροντος ενός ατόμου στη μελέτη και στην ανάπτυξη μιας επιστήμης, μιας τέχνης κτλ.: H ~ των γραμμάτων / της λυρικής ποίησης. || Πνευματική ~, ανάπτυξη των πνευματικών ικανοτήτων. Άνθρωπος με / χωρίς ~, πνευματική καλλιέργεια. β. ανάπτυξη κάποιας ικανότητας με την κατάλληλη άσκηση: ~ της φωνής / της κρίσης / του καλού γούστου. 2. δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για να αναπτυχθεί κτ., για να γίνει πιο δυνατό, πιο έντονο: H ~ του μίσους / των συγγενικών δεσμών. H ~ κλίματος ανωμαλίας στην πολιτική ζωή της χώρας.

[λόγ.: I1: μσν.(;) καλλιέργεια < καλλιεργ(ώ) -εια `καλή περιποίηση των αγρών΄ (πρβ. ελνστ. καλλιεργία ίδ. σημ.)· I2-ΙΙ: σημδ. γαλλ. culture]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go