Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καθαρεύουσα
1 item total
καθαρεύουσα η [kaθarévusa] Ο27 : τεχνητή μορφή της νεοελληνικής γλώσσας, μείγμα αρχαϊστικών και νεοελληνικών στοιχείων, που χρησιμοποιήθηκε ως επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους: Aπλή ~, στην οποία κυριαρχούν τα νεοελληνικά στοιχεία.

[λόγ. ουσιαστικοπ. θηλ. μπε. του αρχ. καθαρεύω `είμαι καθαρός΄ κατά την ελνστ. μεε. οἱ καθαρεύοντες `συγγραφείς που χρησιμοποιούν γνήσια αττική διάλεκτο΄ (σημ.: στόχος όμως της καθαρεύουσας ήταν η απομάκρυνση τόσο από τα αρχ. όσο και από τα νέα ελλην.) σημδ. γαλλ. idiome épuré ή γερμ. Reinsprache]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go