Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καθαιρώ
2 items total [1 - 2]
καθαίρω [kaθéro] -ομαι Ρ σπάν. αόρ. εκάθαρα, απαρέμφ. καθάρει, παθ. αόρ. καθάρθηκα, απαρέμφ. καθαρθεί, μππ. καθαρμένος : (λόγ.) εξαγνί ζω.

[λόγ. < αρχ. καθαίρω]

καθαιρώ [kaθeró] -ούμαι Ρ10.10 παθ. αόρ. καθαιρέθηκα, απαρέμφ. καθαιρεθεί, μππ. καθαιρεμένος και καθηρημένος* : αφαιρώ από κπ. το αξί ωμα ή το βαθμό που κατέχει, τον κηρύσσω έκπτωτο: ~ ένα βασιλιά, τον εκθρονίζω. ~ έναν αξιωματικό / έναν κληρικό. Ο επίσκοπος καθαιρέθηκε από τον πατριάρχη και αποσύρθηκε σε μοναστήρι. Kαθαιρέθηκε η ηγεσία του κόμματος.

[λόγ. < ελνστ. καθαιρῶ, αρχ. σημ.: `κατεβάζω, ρίχνω΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go