Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καθήκον
2 items total [1 - 2]
καθήκον το [kaθíkon] Ο53 : 1α. ό,τι επιβάλλεται από ένα σύστημα ηθικών αξιών και ρυθμίζει τις ενέργειες του ατόμου· η συνείδηση του τι πρέπει να κάνει ή να αποφύγει κάποιος· χρέος: Είμαι ήσυχος, γιατί έκανα το ~ μου προς τους γονείς μου. Θλιβερό ~, όταν αναγγέλλουμε κτ. δυσάρεστο ή αποχαιρετούμε κπ. νεκρό. || υποχρέωση: Έχει ~ να βοηθήσει τον αδελφό του. Θεώρησα ~ μου να σε ενημερώσω. H συμμετοχή στα κοινά είναι κοινωνικό ~. (έκφρ.) ~ μου!, σε κπ. που μας ευχαριστεί για κάποια εξυπηρέτηση που του κάναμε. β. υποχρέωση που απορρέει από νόμο, κανονισμό, σύμβαση κτλ. και που γίνεται αποδεκτή και ως ηθική επιταγή: H προστασία των παιδιών είναι ~ των γονέων. Ο εκκλησιασμός είναι ~ του χριστιανού. Mέσα στα καθήκοντα του μαθητή είναι και η μελέτη. Οι πολίτες έχουν καθήκοντα και υποχρεώσεις. Άνθρωπος του καθήκοντος, που εκτελεί πάντα το καθήκον του. Ήταν πάντα παρών όταν τον καλού σε το ~. Όπως επιτάσσει το ~. Έπραξε στο ακέραιο το ~ του. Έπεσε θύ μα του καθήκοντος. Σύγκρουση καθηκόντων, όταν η εκτέλεση ενός καθήκοντος έχει ως αποτέλεσμα την παράβαση κάποιου άλλου καθήκοντος. Παράβαση καθήκοντος, όταν ένας δημόσιος υπάλληλος παραλείπει την εκτέλεσή του. Yπέρβαση καθήκοντος, ενέργεια που ξεπερνά τα όρια της δικαιοδοσίας ενός δημόσιου υπαλλήλου. || Συζυγικά καθήκοντα, η υποχρέωση καθενός από τους συζύγους να έρχεται σε σεξουαλική επαφή με τον άλλον: Aρνείται να εκτελέσει τα συζυγικά του / της καθήκοντα. 2. (πληθ.) α. το έργο ενός κρατικού λειτουργού: Ο νέος υπουργός θα αναλάβει σήμερα τα καθήκοντά του. Ο (τάδε) ανέλαβε καθήκοντα νομάρχη. Aπαλλάσσω κπ. από τα καθήκοντά του, τον απολύω. || Yπάλληλος / στρατιώτης γενικών καθηκόντων, χωρίς συγκεκριμένο έργο, συνήθ. βοηθητικός. β. οι σχολικές εργασίες που πρέπει να ετοιμάσει ο μαθητής στο σπίτι του: Σήμερα δεν έχουμε καθήκοντα.

[λόγ.: 1: αρχ. πληθ. τά καθήκοντα, ελνστ. τό καθῆκον· 2α: σημδ. γαλλ. office & αγγλ. duties· 2β: σημδ. γαλλ. devoirs]

καθηκοντολογία η [kaθikondolojía] Ο25 : 1. κλάδος της ηθικής που πραγματεύεται τα καθήκοντα του ατόμου προς τον εαυτό του και προς τους άλλους. 2. (μειωτ.) η συνεχής και κατά συνέπεια κουραστική αναφορά στην υποχρέωση που έχει κάποιος να εκπληρώνει τα καθήκοντά του.

[λόγ. καθηκοντ- (καθήκον) -ο- + -λογία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go