Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κέρατο
5 items total [1 - 5]
κέρατο το [kérato] Ο41 : 1. καθεμία από τις δύο σκληρές εκφύσεις στο επάνω μέρος του κεφαλιού πολλών οπληφόρων θηλαστικών: Tα κέρατα του ταύρου / της κατσίκας / του ελαφιού. Tα στριφτά κέρατα του κριαριού. ΦΡ πιάνω τον ταύρο* από τα κέρατα. τα κέρατά (μου)…, πάρα πο λύ, σε υπερβολική ποσότητα: Έφαγε τα κέρατά του. Πλήρωσε τα κέρατά του. (έκφρ.) κέρατα έχει αυτός και τα κατάφερε;, τι παραπάνω διαθέτει αυτός; στο ~ του βοδιού να κρυφτείς θα σε βρω! είναι διάβολος με κέρα τα, αληθινός διάβολος, δηλαδή πολύ έξυπνος, πολύ ικανός. || παρόμοιας μορφής έκφυση σε ορισμένα πουλιά, σε έντομα, ερπετά κτλ.: Tα κέρατα του σαλιγκαριού. 2. (μτφ., υβρ.) για τη συζυγική απιστία: Tο ~ πάει σύννεφο*. ΦΡ βάζω / φορώ τα κέρατα σε κπ., τον κερατώνω. (γαμώ) το κέρατό μου / σου / του!, ως βρισιά. 3. (μτφ.) δύστροπος, πεισματάρης άνθρωπος: Είναι ένα ~ αυτός! και επιτατικά στη ΦΡ ~ βερνικωμένο*. κερατάκι το YΠΟKΟΡ.

[μσν. κέρατον < αρχ. κέρας μεταπλ. με βάση τον πληθ. κέρατα]

κερατο- 1 [erato] & κερατό- [erató], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : (επιστ., συνήθ. ιατρ.) α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά: 1. στον κερατοειδή χιτώνα του οφθαλμού: ~επιπεφυκίτιδα, κερατόκωνος, ~σκοπία. 2. στην κεράτινη στιβάδα της επιδερμίδας: ~γόνος· ~δερμία.

[λόγ.: 1: νλατ. kerato- < ελνστ. κερατο(ειδής) ως α' συνθ.: κερατ-ίτιδα < γαλλ. kératite· 2: νλατ. kerato- < αρχ. κερατο- (δες στο κέρατο): κερατ-ίνη < γαλλ. kératine]

κερατο- 2 & (λόγ.) κερασ- [eras] : (λόγ., επιστ.) το ουσ. κέρατο ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: ~φάγος, ~φόρος. || κερασφόρος.

[λόγ. < αρχ. κερατο- θ. του ουσ. κέρας (δες στο κέρατο) ως α' συνθ.: αρχ. κερατο-φόρος· λόγ. < αρχ. κερασ- θ. του ουσ. κέρας: αρχ. κερασ-φόρος]

κερατοειδής -ής -ές [keratoiδís] Ε10 : (ανατ.) ~ χιτώνας και ως ουσ. ο κερατοειδής, ο εξωτερικός διαφανής χιτώνας που περιβάλλει το βολβό του ματιού.

[λόγ. < ελνστ. κερατοειδής]

κερατούκλης ο [keratúklis] Ο11 : (προφ.) πειραχτικά, για ζωηρό και σκανδαλιάρικο παιδί.

[κέρατ(ο) -ούκλης (αρσ. του -ούκλ(α) -ης)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go