Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κάλαμος
1 item total
κάλαμος ο [kálamos] Ο19 : (λόγ.) 1α. καλάμι. β. (βοτ.) κάθε κοίλος βλαστός. γ. (ζωολ.) το κατώτερο, κοίλο και διαφανές τμήμα των φτερών. 2. η συγγραφική τέχνη· γραφίδα: Εικόνες της παλιάς Aθήνας, όπως τις κατέγραψε ο ~ γνωστών χρονογράφων.

[λόγ.: 1: αρχ. κάλαμος (στις σημ. α, β)· 2: σημδ. γαλλ. plume)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go