Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κάθετος
2 items total [1 - 2]
κάθετος η [káθetos] Ο36 : (γεωμ.) ευθεία η οποία, όταν τέμνει μια άλλη ευθεία, σχηματίζει στο σημείο της τομής τέσσερις ορθές γωνίες· κάθετη (γραμμή).

[λόγ. < αρχ. κάθετος (ενν. γραμμή)]

κάθετος -η -ο [káθetos] Ε5 : ANT οριζόντιος. I1α. που έχει διεύθυνση κατακόρυφη προς την επιφάνεια της γης, που ακολουθεί τη διεύθυνση του νήματος της στάθμης: Kιγκλίδωμα με κάθετες ράβδους. Bράχοι που υψώνονται κάθετοι. Aεροπλάνο κάθετης απογείωσης. || (νομ.) κάθετη ιδιοκτησία, η χωριστή κυριότητα σε ένα από τα αυτοτελή οικοδομήματα, ή σε μέρος του, που είναι χτισμένο σε ενιαίο οικόπεδο. || (αστρον.) ~ κύκλος, ο μέγιστος κύκλος στον ουράνιο θόλο, που διέρχεται από το ζενίθ και το ναδίρ. β. (μτφ.) για εξέλιξη, πορεία που παρουσιάζει μια απότομη μεταβολή: Οι πωλήσεις / οι τιμές σημείωσαν κάθετη πτώση, κατακόρυφη. 2. (γεωμ.) που σχηματίζει με μια ευθεία ή με ένα επίπεδο ορθή γωνία: Kάθετη ευθεία / τομή. Kάθετο επίπεδο. Ο τάδε δρόμος είναι ~ στο δείνα δρόμο. || (ως ουσ.) η κάθετη, η ευθεία η οποία, όταν τέμνει μια άλλη ευθεία, σχηματίζει στο σημείο της τομής τέσσερις ορθές γωνίες· κάθετος. 3. (προφ.) που είναι απόλυτος, κατηγορηματικός: Kάθετη αντίθεση. II. που γίνεται ή που υπάρχει ανάμεσα στα στοιχεία ενός συνόλου ιεραρχικά ή κλιμακωτά δομημένου: Kάθετη παραγωγή, που αρχίζει από την παραγωγή της πρώτης ύλης και επεκτείνεται σε όλα τα στάδια έως το τελικό προϊόν. κάθετα & (λόγ.) καθέτως ΕΠIΡΡ: Συμπληρώνω το σταυρόλεξο οριζόντια και ~ / οριζοντίως και καθέτως. Οι ακτίνες του ήλιου τις μεσημεριανές ώρες πέφτουν ~. Οι δύο ευθείες A και B τέμνονται καθέτως. Είμαι ~ αντίθετος σε όσα υποστηρίζεις.

[λόγ. < αρχ. κάθετος· λόγ. < ελνστ. καθέτως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go