Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: θνητός
1 item total
θνητός -ή -ό [θnitós] Ε1 : που από τη φύση του είναι προορισμένος να πεθάνει, που η ύπαρξή του δεν είναι αιώνια. ANT αθάνατος1: Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί. || (ως ουσ.) ο θνητός, ο άνθρωπος: Ευτυχής ~, για κπ. που τον θεωρούμε τυχερό σε κπ. τομέα: Ποιος ευτυχής ~ είναι ο ιδιοκτήτης αυτής της βίλας; Στην ελληνική μυθολογία οι θεοί πολλές φορές συμπεριφέρονται σαν θνητοί. (έκφρ.) κοινός ~, για κπ. που δεν ανήκει σε προνομιούχα κοινωνική τάξη ή ομάδα.

[λόγ. < αρχ. θνητός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go