Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ηλεκτρόλυση
1 item total
ηλεκτρόλυση η [ilektrólisi] Ο33 : ηλεκτροχημικό φαινόμενο κατά το οποίο εμφανίζονται χημικές μεταβολές, όταν μέσα από τους ηλεκτρολύτες διέρχεται ηλεκτρικό ρεύμα.

[λόγ. < γαλλ. électrolyse < νλατ. electrolysis < electro- = ηλεκτρο- + -lysis < αρχ. λύ(σις) -ση]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go