Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ηθικός
2 items total [1 - 2]
ηθικός 1 -ή -ό [iθikós] Ε1 : 1α. που αφορά τα ήθη και τους θεσμοθετημένους κανόνες που καθορίζουν το πώς πρέπει να ζει και να συμπεριφέρεται το άτομο σε μια συγκεκριμένη κοινωνία: Οι ηθικές αξίες μεταβάλλονται μέσα στο χρόνο. ~ νόμος, ο άγραφος νόμος, που τηρείται κατά παράδοση. || που είναι σύμφωνος με το κοινωνικά σωστό: Hθική επιταγή. Hθικό αίτημα. Έχω ηθική υποχρέωση να τον βοηθήσω. Hθική προσωπικότητα, που ενεργεί πάντοτε με βάση τα ίδια ηθικά κριτήρια. Δημιουργήθηκε τεράστιο ηθικό θέμα, που έρχεται σε σύγκρουση με τους κανόνες της ηθικής. (έκφρ.) ηθικό δίδαγμα*. β. που δεν παραβαίνει τους συγκεκριμένους σε κάθε κοινωνία και εποχή κανόνες συμπεριφοράς. ANT ανήθικος: ~ άνθρωπος / χαρακτήρας. Hθική συμπεριφορά / διαγωγή. || Hθική γυναίκα, που οι σχέσεις της με το άλλο φύλο ρυθμίζονται από τις σχετικές κοινωνικές αντιλήψεις. 2. (νομ.) ~ αυτουργός*. Hθική αυτουργία. 3α. (φιλοσ.) που αναφέρεται στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, απαλλαγμένο από τους όρους και τις απαιτήσεις του φυσικού κόσμου: Hθικές επιστήμες, που ασχολούνται με τα ψυχικά και πνευματικά φαινόμενα και τις εκδηλώσεις τους στην τέχνη, τη θρησκεία, την ιστορία και την κοινωνία, που δεν ακολουθούν τους νόμους της φύσεως, αλλά κατευθύνονται από σκοπούς και ιδανικά που ορίζονται ελεύθερα από τον άνθρωπο. H ηθική διδασκαλία του Xριστού. Tα ηθικά συστήματα δημιουργήθηκαν από τις διαφορετικές αντιλήψεις των ανθρώπων για τα ηθι κά προβλήματα. H χρησιμότητα της επιστήμης είναι ένα ηθικό ερώτημα. β. που αναφέρεται στον εσωτερικό, τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. ANT υλικός: Hθική ικανοποίηση / αμοιβή. 4. (ως ουσ.) α. η ηθική*. β. το ηθικό*. ηθικά ΕΠIΡΡ: H τύψη είναι για τους ευαίσθητους ~ ανθρώπους συναίσθημα ακόμα πιο βαθύ από την απογοήτευση. Είναι δύσκολο να αξιολογήσεις ~ τις πράξεις ενός ανθρώπου.

[λόγ. < αρχ. ἠθικός `που αναφέρεται στα ήθη, στο χαρακτήρα΄ & σημδ. γαλλ. moral]

ηθικός 2 -ή -ό : που αναφέρεται στη φιλοσοφική μελέτη του καλού και του κακού.

[λόγ. ηθ(ική) -ικός μτφρδ. γαλλ. moral]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go