Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ετικέτα
1 item total
ετικέτα η [etikéta] Ο25 : 1.ορθογώνιο κομμάτι συνήθ. χαρτιού, όπου γράφονται σύντομες πληροφορίες για το αντικείμενο στο οποίο επικολλάται: Σε κάθε μπουκάλι υπάρχει μια ~ με το είδος και την ποιότητα του περιεχομένου. 2. (μτφ.) α. χαρακτηρισμός για κπ. ή για κτ. γενικά γνωστό ή αποδεκτό: Mήπως οι έννοιες προοδευτικός ή συντηρητικός δεν είναι παρά ετικέτες χωρίς περιεχόμενο; Aισθάνεται άσχημα με την ~ του ιδανικού εραστή. β. οι κανόνες καλής συμπεριφοράς: Ύστερα από δύο ποτηράκια κρασί, αφήνοντας κατά μέρος την ~, δείχνει τον πραγματικό του εαυτό. γ. η εθιμοτυπία, οι καθιερωμένες απόψεις, τα καθιερωμένα ήθη: Tηρώ την ~.

[1: ιταλ. etichetta < γαλλ. étiquette· 2: λόγ. σημδ. γαλλ. étiquette]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go