Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: επαναληπτικός
1 item total
επαναληπτικός -ή -ό [epanaliptikós] Ε1 : α.που επαναλαμβάνεται, που γίνεται ή συμβαίνει για δεύτερη φορά: ~ αθλητικός αγώνας. Επαναληπτική ψηφοφορία. Επαναληπτικές εκλογές / εξετάσεις. β. που επαναλαμβάνει κτ., ιδίως μια λειτουργία: Επαναληπτικό όπλο, που μπορεί να πυροβολεί περισσότερο από μια φορά χωρίς να χρειάζεται γέμισμα. Επαναληπτικό τουφέκι. Επαναληπτική καραμπίνα. γ. (γραμμ.) Επαναληπτική αντωνυμία, που χρησιμοποιείται αντί για ουσιαστικό, το οποίο αναφέρθηκε προηγουμένως.

[λόγ. επαναληπ- (δες επανάληψη) -τικός (πρβ. ελνστ. ή μσν. επίρρ. ἐπαναληπτικῶς) & μτφρδ. γαλλ. (fusil) à répétition]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go