Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: επέμβαση
1 item total
επέμβαση η [epémvasi] Ο33 : 1α.σκόπιμη ενέργεια που γίνεται με στόχο να επηρεάσει ή να διαμορφώσει μια δραστηριότητα, μια κατάσταση κτλ.: H εξέγερση κατεστάλη με ~ του στρατού. H σωτηρία του μνημείου απαιτεί την ανθρώπινη ~. β. προσθήκη με σκοπό τη διόρθωση: Οι επεμβάσεις στο κείμενο. 2α. ανάμειξη σε ξένη υπόθεση. || (ιδ. για κράτος) ανάμειξη στις υποθέσεις ενός άλλου κράτους: Στρατιωτική / πολιτική / διπλωματική ~. Ένοπλη ~. Πολιτική της μη επεμβάσεως. Διαμαρτυρίες / διαδηλώσεις ενάντια στην ξένη ~. β. μεσολάβηση: Έγινε ανακωχή με ~ του ΟHΕ. Tο αντρόγυνο τα ξανάφτιαξε με την ~ κοινών φίλων. 3. (ιατρ.) εγχείρηση: Έγινε ~ για αφαίρεση όγκου από τον εγκέφαλο του ασθενή.

[λόγ. < ελνστ. ἐπέμβα(σις) `επίθεση΄ -ση σημδ. γαλλ. intervention]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go