Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εξετάζω
1 item total
εξετάζω [eksetázo] -ομαι Ρ2.1 : 1.παρατηρώ προσεκτικά κτ. (ή κπ.) για να το(ν) γνωρίσω καλά, να βγάλω συμπεράσματα γι΄ αυτό(ν): Mαζεύει πέτρες και τις εξετάζει ψάχνοντας για μετάλλευμα. ~ το χώρο / τα αντικείμενα, περιεργάζομαι. Tον εξέτασε από την κορυφή ως τα νύχια πριν του επιτρέψει να καθίσει. 2. ελέγχω κτ. προσεκτικά: Aγόρασε τα εμπορεύματα χωρίς να εξετάσει την ποιότητά τους. α. υποβάλλω κπ. σε έλεγχο με σκοπό να διαπιστώσω τις γνώσεις ή την ικανότητά του σε συγκεκριμένο θέμα: Οι φοιτητές εξετάζονται προφορικώς και γραπτώς. Οι υποψήφιοι οδηγοί εξετάζονται από ειδική επιτροπή. || ~ ένα μάθημα, εξετάζω κπ. σε αυτό. Tα εξεταζόμενα μαθήματα. β. υποβάλλω ερωτήσεις με σκοπό να πληροφορηθώ ή να διαπιστώσω κτ.: Ο δικαστής / ο δικηγόρος εξετάζει ένα μάρτυρα. γ. ελέγχω την κατάσταση της υγείας ενός οργανισμού: Θα πάω στο γιατρό να με εξετάσει, γιατί δεν αισθάνομαι καλά. 3α. συγκεντρώνω πληροφορίες για κτ. και προσπαθώ να βγάλω σχετικά συμπεράσματα: Συγκροτήθηκε επιτροπή, για να εξετάσει το πρόβλημα της ανεργίας. Nα εξετάσουμε πρώτα την υπόθεση και μετά αποφασίζουμε. Στο βιβλίο εξετάζονται διάφορα θέματα σχετικά με τη συμπεριφορά των εφήβων. β. ασχολούμαι, πραγματεύομαι: Εξετάζει κτ. ένα βιβλίο / μια επιστημονική μελέτη.

[λόγ.: 1: αρχ. ἐξετάζω· 2, 3: σημδ. γαλλ. examiner]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go