Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εξίσωση
1 item total
εξίσωση η [eksísosi] Ο33 : 1.η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εξισώνω: Mισθολογική ~ των δημόσιων υπαλλήλων. 2. (μαθημ.) ισότητα που αποτελείται από γνωστούς και άγνωστους παράγοντες και επαληθεύεται μόνο με ορισμένες τιμές των άγνωστων παραγόντων της: Aλγεβρική ~. Tα μέλη μιας εξίσωσης, τα δύο τμήματά της που χωρίζονται με το ίσον. Ρίζα της εξίσωσης, η τιμή του κάθε άγνωστου παράγοντά της. Λύση της εξίσωσης, εύρεση της ρίζας της. ~ πρώτου / δεύτερου κτλ. βαθμού, που ο μεγαλύτερος εκθέτης κάποιου παράγοντά της είναι το 1, το 2 κτλ. Σύστημα εξισώσεων. Διαφορική / λογαριθμική ~. || Φυσική ~, μαθηματικός τύπος που παριστάνει ένα φυσικό φαινόμενο. || Xημική ~, σύνολο χημικών τύπων που παριστάνουν μια χημική αντίδραση.

[λόγ.: 1: ελνστ. ἐξίσω(σις) -ση· 2: σημδ. γαλλ. équation]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go