Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ελάχιστος
1 item total
ελάχιστος -η -ο [eláxistos] Ε5 : 1.πάρα πολύ λίγος ή μικρός (συνήθ. ως υπερθ. βαθμός των λίγος, μικρός). ANT μέγιστος: Ελάχιστη ποσότητα. ~ αριθμός. Aντικείμενο ελάχιστης αξίας. Ο ~ όρος. Ελάχιστη αξία / σημασία. Ελάχιστες πιθανότητες. || (μαθημ.) ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο, το μικρότερο από τα κοινά πολλαπλάσια δύο φυσικών αριθμών. 2. (ως ουσ.) το ελάχιστο, το κατώτερο όριο ενός ποσού, μεγέθους κτλ.· το λιγότερο: Tο ελάχιστο που μπορείς να ξοδέψεις στις διακοπές σου είναι διακόσιες χιλιάδες. || (επέκτ.): Tο ελάχιστο που μπορείς να κάνεις είναι να δείξεις λίγη κατανόηση. ελάχιστα ΕΠIΡΡ πάρα πολύ λίγο: Tην ξέρω ~.

[λόγ. < αρχ. ἐλάχιστος (χρησίμευε ως υπερθ. του μικρός, σύγκρ. ελάσσων) & σημδ. γαλλ. minime]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go