Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εκπέμπω
1 item total
εκπέμπω [ekpémbo] -ομαι Ρ αόρ. εξέπεμψα, απαρέμφ. εκπέμψει, παθ. αόρ. εκπέμφθηκα, απαρέμφ. εκπεμφθεί : α.παράγω και αφήνω να διασκορπιστεί ακτινοβολία: Ο ήλιος εκπέμπει θερμότητα. || (ειδ.) στέλνω ηχητικά ή οπτικά μηνύματα μέσο ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων: Ο σταθμός εκπέμπει στα βραχέα. ~ σήμα κινδύνου. β. (μτφ., για άνθρ.) αναδίδω, βγάζω προς τα έξω: ~ ακτινοβολία. Xωρίς να είναι προκλητική, εκπέμπει μια έντονη σεξουαλικότητα.

[λόγ. < αρχ. ἐκπέμπω `στέλνω προς τα έξω΄ σημδ. γαλλ. émettre]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go