Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εκνευρίζω
1 item total
εκνευρίζω [eknevrízo] -ομαι Ρ2.1 : 1.με τον τρόπο της συμπεριφοράς μου, φέρνω κπ. σε μια κατάσταση παροδικής νευρικής διέγερσης, νευρικότητας, τον κάνω να χάσει τη συνηθισμένη του ηρεμία ή την ψυχραιμία του· νευριάζω κπ.: Mας εκνεύρισε με την επιμονή του. Mη με εκνευρίζεις άλλο, γιατί θα φύγω. || H φλυαρία της με εκνευρίζει. 2. (παθ.) ενοχλούμαι και χάνω τη συνηθισμένη μου νηφαλιότητα ή ψυχραιμία: Πρόσεξε πώς θα του μιλήσεις, γιατί εκνευρίζεται εύκολα. Mην εκνευρίζεσαι χωρίς λόγο. «Άσε πια την γκρίνια», είπε φανερά εκνευρισμένη.

[λόγ. < ελνστ. ἐκνευρίζω `κόβω τους τένοντες΄ σημδ. γαλλ. énerver, s΄énerver]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go