Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: εγκριτικός
1 item total
εγκριτικός -ή -ό [eŋgritikós] Ε1 : με τον οποίο δίνεται έγκριση: Εγκριτική απόφαση. ANT απορριπτικός, ακυρωτικός.

[λόγ. έγκρι(σις) -τικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go