Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: δόκιμος
1 item total
δόκιμος -η -ο [δókimos] Ε5 : I1. αυτός του οποίου η αξία είναι γενικά αναγνωρισμένη, που έχει, κατά κάποιο τρόπο, περάσει με επιτυχία μια άτυπη, όμως ουσιαστική και μακροχρόνια δοκιμασία, συνήθ. για λογοτέχνη: ~ συγγραφέας. || κλασικός. 2. που απαντά σε δόκιμους συγγραφείς: Δόκιμη χρήση μιας λέξης. Δόκιμη σύνταξη. II. (για πρόσ.) 1. που έγινε δεκτός κάπου δοκιμαστικά για ένα χρονικό διάστημα, πριν από την οριστική ένταξή του σε μια υπηρεσία, οργάνωση κτλ.: ~ υπάλληλος / μοναχός. Δόκιμη μοναχή. ~ έφεδρος αξιωματικός, κληρωτός που υπηρετεί τη θητεία του ως αξιωματικός. 2. (ως ουσ.) ο δόκιμος: α. που φοιτά σε ναυτική σχολή για να γίνει αξιωματικός: Σχολή Nαυτικών Δοκίμων. ~ Εμπορικού Nαυτικού. β. κληρωτός που υπηρετεί τη θητεία του ως αξιωματικός.

[λόγ.: Ι: αρχ. δόκιμος· ΙΙ: μσν. σημ. (όχι στρατ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go